Η χρήση αντικαταθλιπτικών κατά την εγκυμοσύνη αποτελεί ένα από τα πιο συζητημένα ζητήματα στη σύγχρονη περιγεννητική ψυχιατρική. Μια νέα μεγάλη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση έρχεται να δώσει πιο ολοκληρωμένες απαντήσεις σχετικά με το αν η προγεννητική έκθεση σε αντικαταθλιπτικά συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο νευροαναπτυξιακών διαταραχών στα παιδιά, όπως η ΔΕΠΥ και ο αυτισμός.
Η έρευνα ανέλυσε δεδομένα από 37 μελέτες, που αφορούσαν περισσότερες από 25 εκατομμύρια εγκυμοσύνες, εκ των οποίων περίπου 650.000 περιλάμβαναν έκθεση σε αντικαταθλιπτικά πριν ή κατά τη διάρκεια της κύησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν μια μικρή αλλά υπαρκτή συσχέτιση μεταξύ της χρήσης αντικαταθλιπτικών και αυξημένου κινδύνου εμφάνισης ΔΕΠΥ και διαταραχής αυτιστικού φάσματος στα παιδιά.
Συγκεκριμένα, ο σχετικός κίνδυνος για ΔΕΠΥ ήταν αυξημένος κατά 35%, ενώ για τον αυτισμό κατά 69%. Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από μια απλή σχέση αιτίας-αποτελέσματος.
Όταν οι αναλύσεις προσαρμόστηκαν για σημαντικούς συγχυτικούς παράγοντες — όπως η ίδια η ψυχική νόσος της μητέρας, το οικογενειακό και γενετικό υπόβαθρο ή η πιθανότητα λανθασμένης ταξινόμησης — οι περισσότερες συσχετίσεις εξασθένησαν ή έπαψαν να είναι στατιστικά σημαντικές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αυξημένος κίνδυνος παρατηρήθηκε και όταν ο πατέρας λάμβανε αντικαταθλιπτικά την περίοδο της σύλληψης ή της εγκυμοσύνης, κάτι που λειτουργεί ως “negative control” και υποδηλώνει ότι πιθανότατα σημαντικό ρόλο παίζουν γενετικοί, οικογενειακοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες και όχι αποκλειστικά η ενδομήτρια έκθεση στο φάρμακο.
Επιπλέον, τόσο τα SSRI όσο και τα μη-SSRI αντικαταθλιπτικά εμφάνισαν παρόμοιες συσχετίσεις, ενώ δεν διαπιστώθηκε σαφής σχέση δόσης-απόκρισης για τον αυτισμό. Αυτό αποδυναμώνει περαιτέρω την υπόθεση μιας άμεσης τοξικής δράσης των φαρμάκων στο έμβρυο.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, όταν ελαχιστοποιήθηκε η επίδραση των συγχυτικών παραγόντων, μόνο ορισμένα παλαιότερα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά — όπως η αμιτριπτυλίνη και η νορτριπτυλίνη — διατήρησαν πιθανή συσχέτιση με αυξημένο κίνδυνο. Για τα περισσότερα σύγχρονα SSRI και SNRI δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση.
Οι συγγραφείς της μελέτης καταλήγουν σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό συμπέρασμα: η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά δεν θα πρέπει να διακόπτεται σε εγκύους με μέτρια ή σοβαρή κατάθλιψη, καθώς η μη θεραπευμένη ψυχική νόσος μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί.
Η κατάθλιψη στην εγκυμοσύνη συνδέεται με αυξημένο στρες, φλεγμονή, πρόωρο τοκετό, δυσκολίες δεσμού μητέρας-βρέφους και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη νευροανάπτυξη του παιδιού. Συνεπώς, η απόφαση για συνέχιση ή μη της φαρμακευτικής αγωγής πρέπει να εξατομικεύεται και να λαμβάνεται μετά από προσεκτική αξιολόγηση κινδύνου-οφέλους.

Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι σαφές: η ψυχική υγεία και των δύο γονέων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη μελλοντική νευροαναπτυξιακή πορεία του παιδιού. Η υποστήριξη, η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης παραμένουν θεμελιώδεις πυλώνες της σύγχρονης περιγεννητικής φροντίδας.
Πηγή: https://www.medscape.com/viewarticle/antidepressants-pregnancy-new-data-autism-adhd-risk-2026a1000gbw
