Αρχική » Ψυχολογία » Η συνήθεια να θέλουμε να ευχαριστούμε τους άλλους. Γιατί προσπαθούμε τόσο σκληρά να ευχαριστήσουμε τους άλλους ;

Η συνήθεια να θέλουμε να ευχαριστούμε τους άλλους. Γιατί προσπαθούμε τόσο σκληρά να ευχαριστήσουμε τους άλλους ;

Ζούμε σε μια κοινωνία κριτικής. Και η κρίση με την οποία ασκούμε κριτική αφορά περισσότερο το φαίνεσθε. Όχι μόνο η εξωτερική μας εμφάνιση αλλά και ο τρόπος που μιλάμε, περπατάμε, σκεφτόμαστε, εκφραζόμαστε, χορεύουμε, τραγουδάμε, οτιδήποτε δείχνουμε με την συμπεριφορά μας – όλα εκτεθειμένα στην δημόσια κατανάλωση. Φοβόμαστε ότι η κριτική του άλλου  θα επηρεάσει τα πάντα στην ζωή μας, από τα χρήματα που βγάζουμε έως τις σχέσεις που μας επιτρέπεται να έχουμε.

Το θλιβερό είναι ότι η άποψη των άλλων, όντως έχει επιρροή. Ιδίως στην εποχή μας που το Twitter, το Facebook, το Instagram και όλες οι άλλες μορφές κοινωνικής προβολής έχουν την δυνατότητα να διαδίδουν λόγια ή εικόνες – κι έτσι μπορεί να γίνουμε αντικείμενο διακωμώδησης όχι μόνο από τους αποκαλούμενους φίλους αλλά από όλο τον κόσμο. Γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να κρατήσουμε τα άσχημα μυστικά μας κρυφά. Όλοι έχουν ένα κινητό με την ικανότητα να αποθανατίσει μια προσωπική στιγμή σε φωτογραφία ή βίντεο. Κι αυτό μοιάζει να μας κάνει να ασχολούμαστε εναγωνίως όλο και περισσότερο με την εικόνα.

 

 

Αλλά αυτή η νέα εποχή τεχνολογικής μεταβίβασης του ιδιωτικού είναι πολύ μακριά από την έναρξη των προσπαθειών μας να ευχαριστούμε τους άλλους. Αυτό το ξεκινήσαμε αμέσως μετά την άφιξή μας στον πλανήτη Γη – λίγο μετά την γέννησή μας. Όλοι κοιταζόμαστε στον καθρέφτη για να δούμε τον εαυτό μας και να τον ορίσουμε. Κι εφόσον όλοι το πρωτοκάναμε πριν χρησιμοποιήσουμε λέξεις για να επικοινωνήσουμε, οι καθρέφτες που χρησιμοποιούσαμε ήταν σε μεγάλο βαθμό διαισθητικοί και μέρος παρατήρησης. Παρατηρούσαμε εκφράσεις του προσώπου, χειρονομίες και ήχους φωνών αλλά και άλλους ήχους.   Διαισθανόμασταν αυτό που βλέπαμε σε βαθύτερες περιοχές των ματιών – τα παράθυρα στην ψυχή μας – των γύρω μας. Αντιλαμβανόμασταν διάφορα και τα κάναμε δικά μας σαν να μας όριζαν.  Κι εκεί ακριβώς ξεκίνησε η συνήθεια να ευχαριστούμε τους άλλους – στον πρώτο συνδετικό ιστό των πρώτων σχέσεών μας με τους άλλους.

Την στιγμή που παίρνουμε πάνω μας την ατζέντα και τα συναισθήματα των άλλων, αυτό που μένει είναι να ζούμε μέσω αυτών για να ορίσουμε τον εαυτό μας. Σιγά σιγά με τον καιρό, αρχίζουμε να επιβραβευόμαστε  ή να ενθαρρυνόμαστε τόσο θετικά όσο και αρνητικά για την διατήρηση αυτών των ορισμών του εαυτού που ευχαριστούσαν ή ταίριαζαν με τις ανάγκες των άλλων ενώ και αυτοί ζούσαν μέσα από τους δικούς τους ορισμούς του εαυτού τους. Μάθαμε την δεξιότητα της κρυφής υπόθεσης των αναγκών των άλλων σαν να ήταν δικές μας και ανταπόκρισης σε αυτές τις ανάγκες χωρίς ποτέ να έχουμε ρωτήσει αν ισχύουν. Έτσι έγινε όλο πιο δύσκολο να διαχωρίσουμε τι είναι και τι δεν είναι «εγώ». Οι ανάγκες μας έχουν αναμιχθεί σε τέτοιο βαθμό με τις ανάγκες μας σύνδεσης που δεν μπορούμε να δούμε τη διαφορά.

 

 

Κι αυτός είναι ο λόγος που τα συναισθήματα δυσαρέσκειας είναι τόσο πολύτιμα – καθώς μας ενημερώνουν ότι κάνουμε πράγματα που δεν είναι αυθεντικά. Λειτουργούμε μέσα από τις ανάγκες των άλλων, αναζητώντας την σύνδεση αντί της αυθεντικότητας. Και έχουμε αρχίσει να εξαντλούμαστε από αυτό. Αυτό είναι ένα πολύ καλό σημάδι. Αλλά πολύ συχνά μας διδάσκουν να πιστεύουμε ότι η δυσαρέσκεια  είναι λάθος και δεν πρέπει να την νοιώθουμε. Άρα, έχουμε την τάση να την καταπιέζουμε προκειμένου να ευχαριστήσουμε την κοινωνική μας ατζέντα ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να νοιώθουμε δυσαρέσκεια για αυτούς – αντιθέτως πρέπει να συνεχίσουμε να τους ευχαριστούμε. Όμως η αλήθεια είναι ότι όσο περισσότερο επιτρέπουμε την δυσαρέσκεια να έχει τον πρώτο λόγο, για να ξεκινήσουμε να ανταποκρινόμαστε στην δική μας εσωτερική πραγματικότητα αντί στις εξωτερικές υποτιθέμενες προσδοκίες, τόσο περισσότερο η ζωή γίνεται δική μας για να την ζήσουμε.

Ακόμα και στις μέρες ομίχλης των κοινωνικών δικτύων, μπορούμε να μάθουμε να μας ανήκει η δική μας ζωή – που ακόμα κι αν κατά λάθος μας αποθανατίσουν να κάνουμε κάτι που θεωρούν άξιο χλευασμού – μπορούμε ακόμα και τότε να επιλέξουμε τι θα κάνουμε με αυτή την εξωστρέφεια, στρέφοντας την  προσοχή μας στα δικά μας συναισθήματα κι ανάγκες που συνήθως κρατάμε μέσα μας.

 

Και γιατί είναι τόσο δύσκολο να πάψουμε να ευχαριστούμε τους άλλους ;

Γιατί κρατούν αυτοί το τιμόνι ;

Το να ευχαριστείς τους άλλους δεν είναι απλά μια συνήθεια. Είναι ταυτότητα. Ορίζουμε τον εαυτό μας ανάλογα με το πόσο καλά ευχαριστούμε τους άλλους. Αυτό σημαίνει ότι αν αντιληφθούμε ότι είναι χαρούμενοι με αυτό που κάναμε ή είπαμε, για ένα λεπτό, μπορεί να νοιώσουμε καλά με τον εαυτό μας. Κι αν καταφέρουμε να μπούμε στον ρυθμό να ευχαριστούμε τους άλλους, τότε μπορεί να είμαστε χαρούμενοι για μεγαλύτερη περίοδο του ενός λεπτού.  Αλλά φυσικά, αυτό είναι πολύ δυσκολότερο να το καταφέρουμε διότι ποτέ δεν ξέρουμε πραγματικά τι θέλει ο άλλος. Έχουμε μόνο τις δικές μας αντιλήψεις και τις δικές τους εκφράσεις προσώπου και συνοδά λόγια. Και συχνά μπορεί να λένε ψέματα ιδίως αν είναι κι εκείνοι άνθρωποι που ευχαριστούν τους άλλους ή έχουν κάποια ατζέντα.

 

 

Περισσότερο από καθετί άλλο, αυτή η συνήθεια είναι ένας αγχωτικός τρόπος να ζεις. Πάντα ανησυχείς για το αν τα κατάφερες να φτάσεις το κάθε κριτήριο και καθήκον και δεδομένο, που κάποιος άλλος έχει θέσει. Κι εφόσον αυτός ο άλλος το έχει θέσει, μπορεί να κάνει με αυτό ότι θέλει – γιατί εκείνος το ορίζει.

Αυτό μας πάει στην ερώτηση των 100.000 εκατομμυρίων ευρώ. Ποιος λέει ότι «αυτοί» είναι οι σωστοί ;

Σας προανέφερα πώς φτάνουμε να αποκτούμε αυτή την ταυτότητα. Αυτό που θέλουμε να μάθουμε είναι πώς να ξεφύγουμε από αυτήν και γιατί είναι τόσο δύσκολο. 

Είναι πραγματικά δύσκολο αλλά όχι ανέφικτο. Απαιτεί την αλλαγή κάποιων βασικών πεποιθήσεων για τον τρόπο ζωής μας. Οι περισσότεροι που ευχαριστούν τους άλλους μεγάλωσαν με έναν τουλάχιστον πολύ παρεμβατικό γονέα που ασχολιόταν πολύ με την εικόνα. Έμαθε λοιπόν το παιδί να ευχαριστεί αυτό το άτομο που ασχολιόταν τόσο με την εικόνα, με το να τον κάνει υπερήφανο μέσω κάλυψης αυτού του κριτηρίου δημοσίως. Με άλλα λόγια, το παιδί έμαθε να ντύνεται, να περπατάει, να μιλάει, και να φέρεται με τρόπους που τιμούσαν την δημόσια εικόνα του γονέα. Κατά συνέπεια το παιδί φρόντιζε τον γονέα. Το παιδί αποδείκνυε την αγάπη του για τον γονέα του. Κι εδώ είναι το χρυσό εισιτήριο. Ο γονέας δεν αποδείκνυε την αγάπη του για το παιδί. Συνεπώς, το παιδί ποτέ δεν πρέπει να αποδεικνύει την αγάπη για τον εαυτό του.

Κι εδώ καλείται η θεραπεία. Το παιδί πλέον ως ενήλικας, πρέπει να μάθει να αποδεικνύει την αγάπη για τον εαυτό του. Όμως εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Ότι το παιδί-ενήλικας ακόμα νοιώθει την συνεχή πίεση του γονέα, είτε λεκτικά είτε όχι, που της λέει ότι είναι πολύ εγωιστικό εκ μέρους της ακόμα και να σκεφτεί να προδώσει το δεδομένο του γονέα με το να μάθει να αγαπάει τον εαυτό του. Τα λόγια ή οι πράξεις του γονέα προς το παιδί έχουν τώρα γίνει τα λόγια και οι πράξεις του παιδιού-ενήλικα προς τον εαυτό του.

 

 

Είναι δύσκολο να αγαπήσεις κάποιον που δεν γνωρίζεις καν και ακόμα πιο δύσκολο να αγαπήσεις κάποιον που σου έχει γίνει πλύση εγκεφάλου να τον αγνοείς, να τον υποτιμάς ακόμα και να τον μισείς. Άρα κάθε φορά που η έγνοια για τον εαυτό γίνεται συνειδητά, την διώχνουμε μακριά αποκαλώντας την εγωισμό, ή απαράδεκτο, ή κακία. Μόνο όταν αυτή η έγνοια για τον εαυτό γίνει πολύ εμφανής που πλέον δεν μπορούμε να την διώξουμε μακριά (συνήθως κρίσεις πανικού και άλλα ψυχοσωματικά), μόνο τότε ξεκινάει η διαδικασία να σκεφτούμε την πιθανότητα ότι ο εαυτός έχει κάτι να πει, έχει αξία τέλος πάντων.

Ας γίνω όμως πιο σαφής. Αυτό δεν είναι πρόβλημα αυτοεκτίμησης. Είναι πρόβλημα του να μην έχεις κάνει καμία σύνδεση με έναν εαυτό που κάποιος πρέπει να μάθει να εκτιμάει.

Οι άνθρωποι που ευχαριστούν τους άλλους, στην πιο ακραία μορφή τους, είναι τόσο ταυτισμένοι με την έκφραση και το βλέμμα στα πρόσωπα των σημαντικών άλλων, που δεν μπορούν καν να παρατηρήσουν τα συναισθήματα που φωνάζουν για προσοχή μέσα στην καρδιά και το μυαλό μας.

 

Ναι είναι δύσκολο αλλά μπορεί να γίνει !! Και η χρήση της φράσης «είναι πολύ δύσκολο» ως δικαιολογία για να μην το κάνεις, απλά επιτρέπει στον μη-καλό γονέα να συνεχίσει να ορίζει την ζωή σου. Αλλά περίμενε. Κι αν ο γονέας δεν ήταν μη-καλός ; Κι αν ήταν καλός σε κάθε πτυχή του εκτός του ότι έπρεπε να είμαστε σίγουροι ότι εγκαταλείπαμε την δική μας ταυτότητα για να είμαστε αυτό που έπρεπε να είμαστε ;

Επουδενεί δεν είναι το ώριμο να αρχίσεις να κατηγορείς τους γονείς σου. Είναι ώριμο να αποφασίσεις αν αυτό που θέλεις, είναι να συνεχίσεις να ανατρέφεσαι εσωτερικά από κάποιον που δεν ξέρει καν ότι υπάρχεις. Κι εκεί ακριβώς….ξεκινάει η δουλειά.

 

 

Share this post

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on print
Share on email

Διαβάστε επίσης

Κατεβάστε δωρεάν με την εγγραφή σας το e-bοοκ "Οι Επιπλοκές της Επαναληπτικής Καισαρικής"

Λίγα λόγια για εμένα

0
Scroll to Top

Σημαντική

ενημέρωση

Το περιεχόμενο του παρόντος ιστότοπου είναι μόνο για ενημερωτικό σκοπό και δεν θα πρέπει να αντικαθιστά οποιαδήποτε ιατρική συμβουλή, διάγνωση ή και θεραπεία που χορηγείται από τον γιατρό σας ή από τον εξειδικευμένο επιστήμονα υγείας.