Ιστορικά, η αναβολή των γεννήσεων ξεκίνησε το 1970 από τις γυναίκες
της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης.

Με καθυστέρηση περίπου 10 ετών το  φαινόμενο έλαβε χώρα για τις γυναίκες της Νότιας Ευρώπης, ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετέπειτα επεκτάθηκε στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 η αύξηση της μέσης ηλικίας άρχισε να επιβραδύνεται, σημάδι σταθεροποίησης του ημερολογίου-χρονισμού των γεννήσεων, Η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε επακόλουθο της αναπλήρωσης των αναβληθέντων γεννήσεων, της προηγούμενης περιόδου (“fertility rebound”).

Η έναρξη της οικονομικής ύφεσης είχε ως αποτέλεσμα την εκ νέου αναβολή των γεννήσεων ιδιαίτερα από τις γυναίκες κάτω των 30 ετών με αποτέλεσμα η μέση ηλικία στην τεκνογονία να αρχίσει να αυξάνεται με ταχύτερους ρυθμούς και να συμπιέζει εκ νέου τον δείκτη γονιμότητας.

Το 2016 η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών καταγράφει εύρος της μέσης
ηλικίας στην απόκτηση πρώτου παιδιού το οποίο κυμαίνεται ανάμεσα στα 26
με 31 έτη, όταν το 2007 το αντίστοιχο εύρος ήταν μεταξύ 25 και 30,2 χρόνια.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τη δεκαετία του 1990 ολοκληρώθηκε στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών η αποκοπή του θεσμού του γάμου με την απόκτηση παιδιών. Στα τέλη της δεκαετίας αυτής σχεδόν το 25% των γεννήσεων συντελούνταν εκτός γάμου.

Επίσης, η αναζήτηση των αιτιών που ευθύνονται για τη μείωση της γονιμότητας τη δεκαετία του 1990 επικεντρώθηκε στην οικονομική αβεβαιότητα ιδιαίτερα των νέων ατόμων

Στην Ελλάδα παράλληλα με τον χαμηλό δείκτη γονιμότητας έχουμε υψηλό ποσοστό ατεκνίας. Για παράδειγμα από τις γυναίκες που γεννήθηκαν το 1965, ποσοστό 16,3% δεν απέκτησε καθόλου παιδιά.

Επίσης η έμφαση στην επίτευξη ατομικών στόχων και επιθυμιών,
η αύξηση της συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η ισότητα φύλων
και ρόλων ανάμεσα στα δύο φύλα φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τις γεννήσεις.

Μέτρα στήριξης των οικογενειών 

Σε αυτό το πλαίσιο, μέτρα και κίνητρα, όπως π.χ. η γονική άδεια και η πρόσβαση σε υπηρεσίες παιδικής μέριμνας έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν
τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας- κυρίως μεταξύ των γυναικών και να
συμφιλιώσουν την οικογένεια με την απασχόληση.

Με αυτόν τον τρόπο η γονιμότητα μπορεί να φτάσει σε ένα επιθυμητό επίπεδο.

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής των οικογενειών προτρέπουν τις πολιτικές
να γίνουν πιο σύνθετες για να συγκεραστούν διάφοροι στόχοι και προοπτικές. Ο Thévenon καθορίζει έξι βασικούς στόχους πολιτικών υποστήριξης της οικογένειας, που έχει εντοπίσει στις χώρες του ΟΟΣΑ:
1. Μείωση του κινδύνου φτώχειας και συντήρηση του εισοδήματος των φτωχών.
2. Άμεση αντιστάθμιση – ελάφρυνση του οικονομικού κόστους των παιδιών
3. Προώθηση της απασχόλησης
4. Βελτίωση της ισότητας των φύλων
5. Υποστήριξη στην πρώιμη παιδική ηλικία και ανάπτυξη
6. Αύξηση του ποσοστού των γεννήσεων

Μέτρα στήριξης των οικογενειών στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η οικονομική κρίση πλήττει κυρίως, λόγω ανεργίας, γυναίκες
κάτω των 35 ετών. Επομένως, αν και το αίτημα εναρμόνισης της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής έχει καταστεί καίριο για την οικογένεια, η υψηλή
ανεργία ιδίως στην περίοδο της κρίσης παρεμποδίζει την ικανοποίηση του
αιτήματος αυτού.

Συνεπώς, διαπιστώνεται η αναγκαιότητα σχεδιασμού νέας Στρατηγικής,
υποστήριξης της ενεργούς συμμετοχής συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού στην οικονομική και κοινωνική ζωή προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για δημογραφική αύξηση.

Στο πλαίσιο αυτό, για την Ελλάδα προτείνεται μία σύνθετη στρατηγική η οποία
θα αφορά όλους όσους έχουν και όσους δυνητικά θα αποκτήσουν παιδιά.

Η στρατηγική αυτή μεταξύ άλλων περιλαμβάνει:

α) πρόσβαση και σύνδεση των γονέων στην απασχόληση με την ανάπτυξη κατάλληλων υπηρεσιών έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η συμφιλίωση οικογενειακού και επαγγελματικού βίου

β) εισοδηματική υποστήριξη. Τα στοιχεία αυτά αναμένεται να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο να δημιουργηθούν παγίδες και μη ασφαλή αποτελέσματα.

Οι νέες πολιτικές θα πρέπει να αποσκοπούν:
(α) Στη διευρυμένη παροχή δωρεάν ή επιδοτούμενης φροντίδας (εντός ή
εκτός σπιτιού) στα παιδιά προσχολικής ηλικίας.
(β) Στη βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης φροντίδας, κυρίως με
την αναβάθμιση των υποδομών και των προσόντων των ατόμων που
προσφέρουν τις αντίστοιχες υπηρεσίες.
(γ) Στην εξασφάλιση απρόσκοπτης επαγγελματικής ένταξης και εξέλιξης
για τις γυναίκες με παιδιά, καθώς έχει αποδειχτεί ότι ο παράγοντας αυτός
μπορεί να έχει μεγαλύτερο αποτέλεσμα για την τόνωση των γεννήσεων από
ό,τι οι χρηματικές ενισχύσεις.
(δ) Στη δημιουργία ενός σταθερού οικονομικού περιβάλλοντος: τα γενικότερα μέτρα πολιτικής που μπορούν να εξασφαλίσουν στα άτομα ένα
σίγουρο εισόδημα από εργασία, φτηνή στέγη και ικανοποιητικό επίπεδο ζωής.

Πηγή¨www.dianeosis.org