Η Υπογονιμότητα, μας “γερνάει”

Κρίση γονιμότητας το δημογραφικό και όχι κρίση γήρανσης του πληθυσμού

Μια διαφορετική προσέγγιση στο δημογραφικό ως κρίση γονιμότητας και όχι ως κρίση γήρανσης του πληθυσμού προτείνει ο διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Διονύσης Μπαλούρδος.

Με δεδομένες τις δημογραφικές ακρότητες, δηλαδή το γεγονός ότι η χώρα μας βιώνει τη χαμηλότερη γονιμότητα που έχει καταγραφεί στην Ιστορία της και ταυτόχρονα ένα από τα υψηλότερα προσδόκιμα ζωής στον κόσμο, συνυπολογίζοντας τον μεταναστευτικό-προσφυγικό παράγοντα, που όμως δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τις ήδη διαμορφωμένες τάσεις, ο κ. Μπαλούρδος ξεπερνά την κινδυνολογία και μας μιλά για τις πολιτικές που ασχολούνται με την ενίσχυση της οικογένειας και έχουν εφαρμοστεί με επιτυχία σε χώρες που αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα.

Είναι γνωστά τα στοιχεία που δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας γερνά: καταγράφει τις υψηλότερες τιμές του δείκτη γήρανσης και της αναλογίας ηλικιωμένων την Ευρώπη και στον κόσμο, ενώ έχει εισέλθει στο στάδιο της πολύ αργής έως αρνητικής δημογραφικής αύξησης, γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα αργήσει η στιγμή που ο αριθμός όσων ζουν σε αυτή τη χώρα θα φτάσει πιθανότατα σε ένα ιστορικά μέγιστο σημείο, το οποίο θα ακολουθηθεί από στασιμότητα και συνακόλουθη μείωση.

Ηδη συρρικνώνεται η ηλικιακή ομάδα 0-14 ετών, που φτάνει στο 14,4% του πληθυσμού, ενώ η ηλικιακή ομάδα των ατόμων άνω των 65 γίνεται πιο πυκνή και ανέρχεται σε 21,6%, σηματοδοτώντας έντονα τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού της Ελλάδας.

Αναπόφευκτα το πιο ανησυχητικό είναι ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας και προοπτική μείωσης του ημεδαπού εργατικού δυναμικού. Διαστάσεις που συνθέτουν ήδη ένα ανησυχητικό παρόν και προδιαγράφουν ένα ακόμη πιο δυσοίωνο μέλλον.

Η δημογραφική συγκυρία είναι ακόμη πιο πολύπλοκη: οι θάνατοι ξεπερνούν τις γεννήσεις και έτσι το ισοζύγιο μεταξύ της μείωσης των γεννήσεων και της συνεχούς αύξησης των θανάτων γίνεται αρνητικό.

Ο μεταναστευτικός πληθυσμός που το συγκρατούσε, όντας νεότερος, όχι μόνο άρχισε να φθίνει, αλλά στη διάρκεια της κρίσης έφυγαν μετανάστες, όπως και αρκετοί νέοι Ελληνες, αυξάνοντας τα αρνητικά φυσικά και μεταναστευτικά ισοζύγια.

Ετσι οι γεννήσεις το 2017 ανήλθαν στις 88.553 ενώ οι θάνατοι αγγίζουν τις 124.501 και ο μόνιμος πληθυσμός εκτιμήθηκε σε 10.757.193 άτομα, μειωμένος κατά 0,14% σε σχέση με τον αντίστοιχο πληθυσμό του 2016 και 3,2% σε σχέση με το 2011.

Χωρίς να αποτελεί παρηγοριά, υπάρχουν και άλλες χώρες με υψηλή αναλογία ηλικιωμένων όπως είναι η Ιταλία (22,3%), η Γερμανία (21,2%) και η Πορτογαλία (21,1%).

Σύμφωνα με τον ερευνητή, «μακροπρόθεσμα χρειαζόμαστε περισσότερες γεννήσεις, το δημογραφικό είναι “κρίση” γονιμότητας και όχι γήρανσης του πληθυσμού. Ετσι η απάντηση και η λύση πρέπει να αναζητηθεί στην καρδιά της κοινωνίας μας -την οικογένεια-, η οποία στη χώρα μας έχει πολιτικά παραμεληθεί».

Επιπλέον, και οι προκλήσεις και τα προβλήματα της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης και των συρρικνωμένων κοινωνικών πολιτικών -φτώχεια, ανεργία, ασφαλιστικό- έχουν τη βάση τους στο δημογραφικό και κυρίως στις ακραία χαμηλές τιμές του δείκτη γονιμότητας για τον συνομιλητή μας:

Οι γεννήσεις μειώθηκαν σημαντικά, ενώ το κυρίαρχο πρότυπο είναι η απόκτηση ενός ή το πολύ δύο παιδιών. Διαφαίνεται ότι η δομή της οικογένειας έχει αλλάξει, ενώ διαμορφώνονται καινούργιες αντιλήψεις και νοοτροπίες σε ό,τι αφορά το θεσμό του γάμου και της οικογένειας.

Παρατηρείται μείωση στο μέσο μέγεθος νοικοκυριού, αύξηση της ηλικίας σύναψης πρώτου γάμου και απόκτησης παιδιών, αύξηση της διαζυγιότητας, αύξηση της αναλογίας μόνων γονέων και των εκτός γάμου γεννήσεων. Η σύγχρονη συγκυρία της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στην Ελλάδα δημιουργεί νέα και απρόβλεπτα δεδομένα, από τα οποία επηρεάζονται σχεδόν όλα τα νοικοκυριά με παιδιά ενώ αποθαρρύνονται όσοι σκέφτονται να αποκτήσουν.

Επίσης πολλά νέα ζευγάρια επιλέγουν τη λύση της αναβολής γάμου και απόκτησης παιδιών περιμένοντας βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Πράγματι ο δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας εξακολουθεί να καταγράφει από τις χαμηλότερες τιμές που έχουν καταγραφεί ποτέ -1,33 παιδιά ανά γυναίκα το 2015 και 1,38 παιδιά ανά γυναίκα το 2016. Το σύνδρομο της αναβολής και της καθυστέρησης συνιστά πλέον ένα τυποποιημένο γεγονός της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, το οποίο μπορεί να καταλήξει απρόσμενα σε έναν νέο φαινόμενο ή την παγίδα της μη ηθελημένης ατεκνίας. Παρατηρούμε επίσης ότι στην Ελλάδα το ποσοστό τελικής ατεκνίας είναι αξιοσημείωτα υψηλό: 16,3% των γυναικών που γεννήθηκαν το 1965 δεν έχει αποκτήσει παιδιά.

Πολλοί παράγοντες συνθέτουν το φαινόμενο. Γυναίκες που ζουν σε νοικοκυριό χωρίς δικά τους παιδιά ηλικίας 30-34 ετών υπάρχουν επίσης σε αρκετές χώρες έχοντας αυξημένα ποσοστά -Γερμανία 45,71%, Ιταλία 46,28%, Βέλγιο 48,52%, Ισπανία 48,53%:ωστόσο στην Ελλάδα καταγράφεται το μέγιστο ποσοστό (51,39%). Μπορεί το ποσοστό αυτό να μειώνεται στις μεγαλύτερες ηλικίες, διαμορφώνει όμως τη διαπίστωση ότι οι γυναίκες τείνουν να έχουν δικά τους παιδιά όταν είναι 35 με 40 ετών.

Σε Γερμανία και Βέλγιο περίπου 30% των γυναικών γύρω στα 40 ετών ζουν σε νοικοκυριό χωρίς δικό τους παιδί και αντίστοιχα μία στις τέσσερις γυναίκες -λίγο κάτω από 25%- σε Αυστρία, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο, τάση που αντανακλά τα υψηλά επίπεδα τελικής ατεκνίας στις χώρες αυτές.

Ακόμη η Ελλάδα καταγράφει από τα χαμηλότερα ποσοστά γονιμότητας στην ηλικιακή ομάδα 20-24 ετών -περίπου 27 γεννήσεις ανά 1.000- μαζί με την Κύπρο και την Ισπανία, ενώ στην επόμενη ηλικιακή ομάδα (25-29 ετών) τα ποσοστά γονιμότητας ήταν χαμηλότερα σ’ όλα τα νότια κράτη-μέλη.

«Οι πολιτικές που στοχεύουν στην αύξηση των ποσοστών γονιμότητας είναι ουσιαστικής σημασίας για την Ελλάδα σε μακροπρόθεσμη βάση» υποστηρίζει ο κ. Μπαλούρδος, επισημαίνοντας ότι στην επιλογή μεταξύ καριέρας και απόκτησης παιδιών προστίθενται η κρίση και οι αλλαγές στην αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα η απόκτηση παιδιών σε μεγαλύτερη ηλικία ή η μη απόκτηση παιδιών να μην αποτελεί απλώς θέμα επιλογής, αλλά να αντανακλά ευρύτερες διαρθρωτικές συνθήκες στην κοινωνία που χρήζουν περισσότερης προσοχής.

Ο περιορισμός των εμποδίων θα μπορούσε να περιλαμβάνει από φορολογικές ελαφρύνσεις μέχρι ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών παιδικής μέριμνας που θα ανακουφίσουν όχι μόνο τους γονείς, τα παιδιά, αλλά επίσης τους παππούδες και τις γιαγιάδες.

Σε κάθε περίπτωση τα μέτρα για την κρίση γονιμότητας πρέπει να ληφθούν άμεσα, αφενός επειδή αποδίδουν σε βάθος χρόνου και αφετέρου διότι έχει περάσει ήδη πολύς χρόνος με «χαμηλή αναπαραγωγή».

«Προς το παρόν είναι απαραίτητη η συγκρότηση και ο σχεδιασμός πολιτικών για την οικογένεια, λαμβάνοντας υπόψη αρχικά δύο παράγοντες οι οποίοι θεωρούνται γενικά ευεργετικοί για τα παιδιά στην πρώιμη παιδική ηλικία: ο διαθέσιμος χρόνος των γονέων για φροντίδα, ανατροφή και εκπαίδευσή τους και η εγγραφή τους σε επίσημες υπηρεσίες παιδικής μέριμνας και προσχολικής αγωγής. Την ίδια στιγμή, αν έχουν και οι δύο γονείς απασχόληση, περιορίζεται σημαντικά ο κίνδυνος φτώχειας, κάτι που είναι θετικό για την ευημερία και την ανάπτυξη των παιδιών» μας λέει αντλώντας δεδομένα από σχετικές μελέτες καθώς το σημείο-κλειδί για την επιτυχία των πολιτικών είναι η εξασφάλιση της ευημερίας των παιδιών και της δυνατότητας των γονέων να ανατρέφουν τα παιδιά τους όπως επιθυμούν και να συνδυάζουν τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις με την επαγγελματική, την κοινωνική και την οικογενειακή τους ζωή.

Τέτοιες πολιτικές υπάρχουν και αντιμετωπίζουν την οικογενειακή πολιτική ως ένα μείγμα πολιτικών που ταυτόχρονα μεριμνούν παρέχοντας ίσες ευκαιρίες για τα παιδιά από άνισο κοινωνικό περιβάλλον.

Σε αυτό το σημείο μας δίνει την προσέγγιση των Boffetaut και Quin (2011, Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή) που θεωρούν ότι «μία ολοκληρωμένη οικογενειακή πολιτική περιλαμβάνει φορολογικά μέτρα και οικογενειακά επιδόματα, δράσεις υπέρ της ισότητας αντρών και γυναικών στην εργασία, υπηρεσίες φύλαξης και φροντίδας των παιδιών και των άλλων εξαρτημένων ατόμων, την κατοχύρωση των οικογενειακών δικαιωμάτων στα καθεστώτα ασφάλισης γήρατος ή τη δυνατότητα καλύτερου συνδυασμού του οικογενειακού και του επαγγελματικού βίου (π.χ. γονικές άδειες ή επιλογή μειωμένου ωραρίου εργασίας). Τέτοιες πολιτικές υπάρχουν σε όλη την Ε.Ε., έστω και αν δίνουν έμφαση σε διαφορετικές πτυχές σε κάθε χώρα ή εκλαμβάνονται περισσότερο ως κοινωνικές παρά ως οικογενειακές πολιτικές.

Καθώς είχαμε και παλιότερα μιλήσει με τον ερευνητή για την «παγίδα της χαμηλής γονιμότητας», η οποία αποδίδεται κυρίως σε αναβολή της δημιουργίας οικογένειας λόγω οικονομικής κρίσης και αβεβαιότητας αλλά και του γεγονότος ότι οι νέοι στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου καθυστερούν την αποχώρηση από το πατρικό σπίτι και συνεπακόλουθα τη μετάβαση στην ενηλικίωση, οι προκλήσεις των πολιτικών για την οικογένεια γίνονται ακόμη πιο απαιτητικές αλλά και δύσκολες, καθώς η οικονομική ευπάθεια πλήττει πολύμορφα και τη μεσαία τάξη.

Καθώς η χαμηλή γονιμότητα έχει συνέπειες αρνητικές για την οικονομική ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα της ευημερίας των ευρωπαϊκών κοινωνιών, οι πολιτικές ενίσχυσης της γονιμότητας αποτελούν πλέον το εφαλτήριο προώθησης ευρύτερων αλλαγών στις πολιτικές για την οικογένεια σε πολλές χώρες.

Χρήσιμα συμπεράσματα

Ποια χρήσιμα συμπεράσματα μπορούμε να αντλήσουμε από την εμπειρία τους;

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000 ένας σαφής διαχωρισμός έγινε εμφανής ανάμεσα στις χώρες που είχαν επιτυχείς πολιτικές εναρμόνισης της γονιμότητας και της απασχόλησης των γυναικών, όπως οι σκανδιναβικές, και εκείνες στις οποίες συνδύαζαν τη χαμηλή γονιμότητα με τα χαμηλά ποσοστά της γυναικείας απασχόλησης όπως σε Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία.

Για παράδειγμα οι σκανδιναβικές χώρες έχουν σχετικά υψηλά ποσοστά γεννήσεων 1,8 ή 1,9 παιδιών ανά γυναίκα και υψηλό ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό στην ηλικιακή ομάδα 30-34, σε αντίθεση με τις χώρες της Νότιας Ευρώπης όπου καταγράφονται ποσοστά κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Αντίστοιχες είναι και οι τάσεις των ποσοστών ανεργίας για τις γυναίκες 30-34 ετών, με τη χώρα μας να καταγράφει το 2016 την υψηλότερη τιμή (32,6%), ενώ όλες οι σκανδιναβικές χώρες έχουν ποσοστά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (9,6%).

Διαπιστώνεται ότι η εργασιακή δραστηριότητα δεν εμποδίζει τις Σκανδιναβές να αποκτούν περισσότερα παιδιά… Οπότε γίνεται φανερό ότι οι νέες πολιτικές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τις εργαζόμενες μητέρες και να θέτουν προσαρμοσμένους στόχους όπως είναι για παράδειγμα το πότε αποκτά το πρώτο παιδί μία γυναίκα, αν και πότε θα αποκτήσει δεύτερο, κάτω από ποιες συνθήκες και υπάρχουσες πολιτικές κ.ο.κ.

Επιπλέον απαιτείται ένα “εκρηκτικό μείγμα” πολιτικής με αιχμή του δόρατος μια νέα κοινωνική επένδυση που επίσης θα συμπεριλαμβάνει την προσχολική εκπαίδευση και την παιδική μέριμνα…

Μια ακόμη διαδεδομένη τάση στην οικογενειακή πολιτική στις χώρες της Ευρώπης είναι η συμφιλίωση της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής. Παρέχονται κίνητρα και υποστήριξη σε γονείς για να έχουν τη δυνατότητα απουσίας από την εργασία τους -γονική άδεια- ώστε να φροντίζουν τα παιδιά τους, ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τους πατέρες. Παράλληλα και οι δύο γονείς ενθαρρύνονται όλο και περισσότερο να είναι οικονομικά ενεργοί.

Μακροπρόθεσμα τα παραπάνω αποδεικνύονται η καλύτερη στρατηγική στη βελτίωση της γονιμότητας, όπως δείχνουν τα παραδείγματα της Γαλλίας και μερικών σκανδιναβικών χωρών που υιοθέτησαν «ένα μείγμα πολιτικών και κινήτρων που παρέχονται από το κράτος και θεσμικές ρυθμίσεις που επιτρέπουν στις μητέρες να παραμείνουν στο εργατικό δυναμικό και να εξασφαλίσουν το δικό τους εισόδημα και, αργότερα στο μέλλον, σύνταξη γήρατος».

Καλές πρακτικές

Ο κ. Μπαλούρδος ξεχωρίζει ωστόσο το παράδειγμα της Γερμανίας, με παρελθόν παρατεταμένης υπογονιμότητας, όπου το 2015 το ποσοστό γονιμότητας ήταν 1,5 παιδιά ανά γυναίκα, 56 νεογέννητα ανά 1.000 γυναίκες περισσότερα σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ενώ το 2016 ο δείκτης γονιμότητας ανήλθε σε 1,59 παιδιά ανά γυναίκα.Η τελευταία φορά που παρατηρήθηκε παρόμοιος ρυθμός ήταν το 1982. Πώς το κατάφερε;

Με μια σειρά από οικογενειακές πολιτικές με στόχο το δημογραφικό που έχει εισάγει τα τελευταία 10 χρόνια, όπως είναι η αύξηση του επιδόματος γονικής άδειας στα δύο τρίτα του μισθού για το πρώτο έτος, θέση σε βρεφονηπιακό σταθμό μόλις το παιδί κλείσει το ένα έτος, αύξηση και επέκταση των σταθμών και των θέσεων στις περιοχές που υπήρχαν ελλείψεις, ειδικά τις πυκνοκατοικημένες. Ακόμη οι γονείς μπορούν να εργάζονται με μερική απασχόληση και να εξακολουθούν να λαμβάνουν το επίδομα τέκνων.

Επίσης δόθηκε σημασία στον ρόλο της πατρότητας. Ετσι αντί για το επιδοματικό μοντέλο, που είχε συνήθως ως “παραδοσιακούς” λήπτες τις μητέρες που φρόντιζαν τα παιδιά στο σπίτι, τώρα το σύστημα γονικής άδειας επιτρέπει και στους δύο γονείς να δικαιούνται τα δύο τρίτα των προηγούμενων αποδοχών τους ενώ βρίσκονται σε γονική άδεια.

Αυτή η πολιτική, την οποία “δανείστηκαν” από τη Σουηδία, αποτελεί μια πρωτοποριακή, ευνοϊκή νομοθεσία που δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στην οικογένεια για το πώς να κατανείμει τις ευθύνες φροντίδας για το νεογέννητο και είναι ιδιαίτερα σημαντική στην απόφαση για την απόκτηση του πρώτου ή του δεύτερου παιδιού, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για δύο εργαζόμενους γονείς της μεσαίας τάξης. Ταυτόχρονα βελτιώθηκε η πρόσβαση στην προσχολική και άλλες εκπαιδευτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες υγείας….

Συνοψίζοντας για τη χώρα μας ο ερευνητής θεωρεί ότι χρειάζεται μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική πολιτική, με πολιτική συναίνεση, ρεαλιστική και υλοποιήσιμη, καθώς υπάρχουν οι τρόποι για την ανάσχεση του δημογραφικού προβλήματος.

Πηγή: Εφημερίδα Συντακτών,Έντυπη έκδοση