H καισαρική αυξάνει την υπογονιμότητα

 

Σχεδόν οι μισές από τις γυναίκες που γεννούν το πρώτο τους παιδί με επείγουσα καισαρική τομή δεν αποκτούν άλλο παιδί, με σχεδόν μια στις τρεις να υποφέρει από μακροχρόνια υπογονιμότητα και μια στις πέντε να έχει υποστεί τόσο σοβαρή τραυματική εμπειρία από τον πρώτο τοκετό με καισαρική τομή, ώστε να αποφεύγει δεύτερο τοκετό. Σε μια μελέτη από διακεκριμένους Βρετανούς μαιευτήρες διαπιστώθηκε για πρώτη φορά ότι τριπλάσιες γυναίκες είχαν μακροχρόνια προβλήματα υπογονιμότητας, ύστερα από πρώτο τοκετό με καισαρική τομή σε σύγκριση προς γυναίκες που γέννησαν φυσιολογικά.

Διαπιστώθηκε επίσης ότι έξι φορές περισσότερες πρωτόγεννες μητέρες που γέννησαν με καισαρική τομή υπέστησαν τραυματική εμπειρία που τις εμπόδισε να αποκτήσουν δεύτερο παιδί απ’ ό,τι πρωτόγεννες μητέρες που είχαν φυσιολογικό τοκετό

Της… μόδας

Ωστόσο ο τοκετός με καισαρική υποστηρίζεται από διασημότητες όπως η Βικτόρια Μπέκαμ και η Λιζ Χάρλεϊ. Οι μαιευτήρες λένε ότι ο τοκετός με καισαρική έχει γίνει της μόδας από γυναίκες «πολύ στυλάτες για να μπορούν να εξωθήσουν το βρέφος τους».

Στην έρευνα του άρθρου που δημοσιεύθηκε στο Βρετανικό περιοδικό μαιευτικής και γυναικολογίας οι ερευνητές παρακολούθησαν επί πέντε χρόνια 500 γυναίκες, οι οποίες γέννησαν το πρώτο τους παιδί μερικές με φυσιολογικό τρόπο και μερικές με καισαρική τομή.

«Ούτε οι γιατροί ούτε οι υποψήφιες μητέρες συνειδητοποιούν την έκταση και τη σοβαρότητα μακροχρόνιων προβλημάτων που μπορούν να προκληθούν από καισαρικές τομές», είπε ο καθηγητής Τζέιμς Γουόκερ επικεφαλής του πανεπιστημιακού τομέα παιδιατρικής μαιευτικής και γυναικολογίας του Πανεπιστημίου του Λιντς και συν-συγγραφέας της μελέτης.

«Οταν οι γιατροί και οι μητέρες μετρούν τους κινδύνους της καισαρικής τομής σκέπτονται γενικώς μόνο ποιοι είναι οι άμεσοι κίνδυνοι και αγνοούν τον αντίκτυπο των επιπλοκών που μπορούν ενδεχομένως να εμφανιστούν για παράδειγμα έπειτα από πέντε χρόνια», είπε ο καθηγητής. Σε άλλα θέματα υγείας τα άτομα σκέπτονται για το μέλλον, αλλά όταν κάνουν καισαρικές τομές, με τις οποίες έχουν πολύ μεγάλο κίνδυνο να χάσουν το δεύτερο παιδί τους αποφασίζουν χωρίς να γνωρίζουν ή να σκέπτονται τους ενδεχόμενους κινδύνους. Από τις 165 γυναίκες της μελέτης, οι οποίες γέννησαν με καισαρική, 42,4% δεν απέκτησαν άλλα παιδιά – 30% απ’ αυτές για λόγους υπογονιμότητας και 19% διότι δεν άντεχαν να περάσουν και πάλι την εμπειρία του τοκετού. Αντιθέτως μόνο 29,1% από 148 γυναίκες, οι οποίες γέννησαν φυσιολογικά δεν απέκτησαν άλλα παιδιά. Αν και σοβαροί τραυματισμοί εξαιτίας καισαρικής τομής είναι σπάνιοι, εν τούτοις βλάβες από αυτήν περιλαμβάνουν εκτός από σημαντικές επεμβάσεις στην κοιλιακή χώρα, μολύνσεις, αιμορραγία, βλάβες σε άλλα όργανα και επιπλοκές από την αναισθησία.

Μακροπρόθεσμες επιπλοκές σε επόμενες εγκυμοσύνες περιλαμβάνουν κίνδυνο διάρρηξης της μήτρας και προβλήματα στον πλακούντα που μπορούν να οδηγήσουν σε έλλειψη γονιμότητας και αυξημένα αναπνευστικά προβλήματα του νεογνού.

Αίτια προβλημάτων

Σύμφωνα με το Βρετανικό Βασιλικό Κολέγιο των μαιευτήρων και γυναικολόγων έχει μειωθεί ο αριθμός των παλαιών έμπειρων μαιευτήρων στα τμήματα τοκετών των κλινικών, με αποτέλεσμα οι τοκετοί να αναλαμβάνονται από νεότερους μαιευτήρες, χωρίς την επίβλεψη εμπειρότερων.

«Οι νεότεροι μαιευτήρες απλώς δεν γνωρίζουν πώς να αντιμετωπίσουν δυσκολότερους τοκετούς εκτός από του να εκτελέσουν καισαρικές τομές», είπε ο δρ Μπλοτ σύμβουλος μαιευτήρ στο νοσοκομείο του Κολεγίου του Βασιλέως στο Λονδίνο. «Το αποτέλεσμα είναι να εκτελούνται περισσότερες καισαρικές τομές, πολλές από τις οποίες πραγματοποιούνται από γιατρούς, οι οποίοι δεν έχουν κατ’ ανάγκην επαρκή εμπειρία, ώστε να μπορούν να εγγυηθούν την ασφάλεια των ασθενών τους».

Η Αννα Μαρία Μπένετ υπέστη βλάβες από το τοπικό νοσοκομείο πέρυσι εξαιτίας επείγουσας καισαρικής τομής από νέο μαιευτήρα το 1997 που την άφησε σε κώμα επί επτά ημέρες». Αυτή είπε: «Δεν ήθελα να κάνω καισαρική τομή και αν υπήρχε διαθέσιμος έμπειρος μαιευτήρας για να συμβουλέψει, δεν θα γεννούσα με καισαρική τομή, όπως το αναγνώρισε και το νοσοκομείο».

Η κ. Μπένετ έχασε τότε 28 μονάδες αίματος, μια ωοθήκη και μια φαλλοπιανή σάλπιγγα και έπαθε τόσο μεγάλες εσωτερικές και εξωτερικές ουλές, ώστε, όταν έμεινε έγκυος για δεύτερη φορά και υπέστη δεύτερη καισαρική τομή, οι γιατροί διέτρησαν τα έντερά τους.

Τα ευρήματα όμως απερρίφθησαν από τον Νίκολας Φισκ καθηγητή μαιευτικής και γυναικολογίας στο αυτοκρατορικό κολέγιο του Λονδίνου.

Αυτός είπε: «H ανασκόπηση βασίστηκε σε μη αξιόπιστη στατιστική, η οποία ελήφθη από ομάδα γυναικών που έκαναν επείγουσες καισαρικές τομές. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι οι συχνότητες καισαρικών τομών βαίνουν αυξανόμενες, αλλά εξαιτίας του ότι οι γιατροί επιτρέπουν στις γυναίκες να επιλέγουν τη μέθοδο τοκετού πράγμα που είναι καλοδεχούμενο».

Τετραπλασιάστηκαν

Τα τελευταία 20 χρόνια το ποσοστό των καισαρικών αυξήθηκε από 5% σε 21,5%. Αυτό κάνει το Ηνωμένο Βασίλειο να έχει την τρίτη κατά σειρά υψηλότερη συχνότητα καισαρικών τομών στον κόσμο.

Σχεδόν οι μισοί από τους μαιευτήρες που ερωτήθηκαν κατά την επισκόπηση από το Βασιλικό Κολέγιο των μαιευτήρων και γυναικολόγων θεώρησαν τη συχνότητα πολύ μεγάλη και δέχθηκαν ότι πολλές επεμβάσεις δεν ήταν αναγκαίες. Το Κολέγιο αναστατώθηκε από τα ευρήματά του που -κάλεσε για υποχρεωτικό περιορισμό των καισαρικών τομών- αλλά ήδη σε πολλά ιδιωτικά νοσοκομεία το ποσοστό των γυναικών που επιλέγουν τοκετό με καισαρική τομή εκτιμάται ότι ανέρχεται στο 60%. H αύξηση της συχνότητας καισαρικών τομών βαίνει αυξανόμενη παρά τους πρόσφατους θανάτους της Τρέσι Σάμσον 35 ετών και της Λόρα Τους 31 ετών, στο νοσοκομείο Πόρτλαντ του Λονδίνου.

«Η καισαρική τομή είναι χειρουργική επέμβαση σοβαρότητας παρόμοιας προς την υστερεκτομή», είπε η Δρ Σάρον Οουτς σύμβουλος μαιευτικής και γυναικολογίας στο βασιλικό νοσοκομείο Σρούσμπερι, η οποία έχει συχνότητα 10,4% καισαρικών τομών που είναι η μικρότερη στην Αγγλία.

«Η επέκταση της επέμβασης αυτής στην κοινωνία μας οδήγησε τις υποψήφιες μητέρες σε ένα εσφαλμένο αίσθημα ασφάλειας. Είναι θέμα χρόνου για να διαπιστώσουμε ότι θα έχουμε μια απότομη αύξηση μητρικής θνητότητας εξαιτίας καισαρικών τομών. Ηδη αρχίζουμε να το διαπιστώνουμε».

ΠΗγη: Kathimerini.gr