Διαμεσολάβηση…χωρίς δικαστήρια

Γράφει ο Ηλίας Γ. Κουρεμένος Οικονομολόγος, Διαπιστευμένος διαμεσολαβητής  

  • Τι είναι η Διαμεσολάβηση;

    Η Διαμεσολάβηση είναι ένας νομικά κατοχυρωμένος εξωδικαστικός μηχανισμός επίλυσης
    διαφορών. Επί παραδείγματι, όταν δύο ή και περισσότεροι άνθρωποι (ή και εταιρίες) έχουν μια διαφορά μπορούν να την λύσουν με την βοήθεια διαμεσολαβητή εξωδικαστικά, δηλαδή χωρίς να πάνε σε δικαστήριο.
    Ουσιαστικά πρόκειται για ένα κύκλο συζητήσεων (από μία έως όσες χρειαστούν) μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών που διαφωνούν επί ενός θέματος, οι οποίες συζητήσεις είναι ελεύθερα διαμορφούμενες, και στις οποίες ρόλο συντονιστή παίζει ο διαμεσολαβητής. Τα
    εμπλεκόμενα μέρη, με την παρουσία των δικηγόρων τους, συμμετέχουν ενεργά στην όλη
    διαδικασία, κάτι που βοηθάει πολύ στην επίτευξη συμφωνίας, σε αντίθεση με μια δικαστική διαδικασία, όπου οι δικαστές και οι δικηγόροι παίζουν κυρίαρχο ρόλο. Ο διαμεσολαβητής ΔΕΝ αποφασίζει, αλλά ΒΟΗΘΑΕΙ τα μέρη να καταλήξουν εκείνα σε συμφωνία.
    Το πρακτικό συμφωνίας μέσω διαμεσολάβησης είναι τίτλος εκτελεστός και ισοδυναμεί με
    δικαστική απόφαση. Το κάθε μέρος παρίσταται αυτοπροσώπως ΚΑΙ συνοδεύεται από
    δικηγόρο υποχρεωτικά βάσει του Νόμου.

    Ποιος είναι ο Διαμεσολαβητής ;

    Ο διαμεσολαβητής είναι πτυχιούχος ΤΕΙ ή ΑΕΙ τουλάχιστον (ασχέτως του είδους του πτυχίου) και πιστοποιημένο μέλος του μητρώου διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Για την διαμεσολάβηση δεν χρησιμοποιούνται νομικές διατάξεις αλλά ειδικές τεχνικές για τις οποίες γίνεται η εκπαίδευση σε ειδικό φορέα εγκεκριμένο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Για να πιστοποιηθεί κάποιος ως διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, απαιτείται να υπάρχει αυτή η ειδική κατάρτιση καθώς και η επιτυχία σε προφορικές και γραπτές εξετάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

    Πότε μπορεί να πραγματοποιηθεί μια Διαμεσολάβηση;

    Οποτεδήποτε. Δηλαδή, πριν τα διαφωνούντα μέρη ξεκινήσουν αγωγές ή και σε οποιοδήποτε στιγμή μιας δικαστικής διαδικασίας, π.χ. όταν έχει εκδικαστεί μια αγωγή και αναμένεται η δικαστική απόφαση ή όταν έχει εκδοθεί η απόφαση και υπάρχει δυνατότητα για έφεση.

    Από πότε ισχύει αυτός ο θεσμός;

    Στις ΗΠΑ λειτουργεί επίσημα εδώ και περίπου ένα αιώνα. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, μόλις το 2008 εκδόθηκε σχετική Οδηγία που υποχρέωνε τα κράτη μέλη στην νομοθετική κατοχύρωση του θεσμού της διαμεσολάβησης, κάτι που έγινε στην Ελλάδα το 2010.
  • Πότε εφαρμόζεται η Διαμεσολάβηση; Πότε είναι προαιρετική και πότε είναι υποχρεωτική ;

    Από το 2010 μέχρι και σήμερα, η Διαμεσολάβηση ήταν μόνο προαιρετική στην Ελλάδα. Ομως, με πρόσφατο Νόμο, ορίστηκε ότι η Διαμεσολάβηση θα γίνεται υποχρεωτικά για
    συγκεκριμένους τύπους διαφορών από τον Οκτώβριο του 2018, και μόνο σε περίπτωση που αποβεί άκαρπη η διαφορά θα παραπέμπεται σε δικαστήριο.
    Οι διαφορές για τις οποίες προβλέπεται υποχρεωτική διαμεσολάβηση από τον Οκτώβριο του 2018 είναι :
    α) Οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων ή κάθετων ιδιοκτησιών για θέματα των ιδιοκτησιών τους.
    β) Οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για υλικές (όχι σωματικές) ζημίες από αυτοκίνητο (είτε ασφαλισμένο είτε όχι).
    γ) Οι διαφορές από συγκεκριμένες αμοιβές , όπως αυτές των δικηγόρων, συμβολαιογράφων, και άμισθων δικαστικών επιμελητών, γιατρών, οδοντογιατρών, κτηνιάτρων, μηχανικών και χημικών, διαιτητών, πραγματογνωμόνων.
    δ) Οι οικογενειακές διαφορές (κυρίως οικονομικές), που δεν περιλαμβάνουν όμως την λύση του γάμου και θέματα αναγνώρισης πατρότητας, μητρότητας και υιοθεσίας.
    ε) Οι διαφορές που αφορούν σε απαιτήσεις αποζημίωσης ασθενών ή των οικείων τους σε
    βάρος ιατρών, για ιατρικά σφάλματα.
    στ) Οι διαφορές που δημιουργούνται από την προσβολή εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικών σχεδίων ή υποδειγμάτων.
    ζ) Οι διαφορές από χρηματιστηριακές συμβάσεις.
    Οι λοιπές (που δεν αναφέρονται παραπάνω) διαφορές του Ιδιωτικού Δικαίου μπορούν να
    λυθούν με διαμεσολάβηση προαιρετικά, δηλαδή εάν συμφωνούν τα μέρη της διαφοράς.
    Παραδείγματα τέτοιων διαφορών είναι αυτές μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, μεταξύ
    δανειολήπτη και τράπεζας, μεταξύ επιχειρήσεων, μεταξύ επιχείρησης και καταναλωτή.

    Πως αμοίβεται ο Διαμεσολαβητής ;

    Το ύψος της αμοιβής και ο επιμερισμός της μεταξύ των μερών συμφωνούνται ελεύθερα από τα μέρη. Οταν δεν υπάρχει τέτοια γραπτή συμφωνία, ο Νόμος προβλέπει ελάχιστη αμοιβή ύψους 170 ευρώ για απασχόληση έως 2 ώρες.

    Ποια είναι η διαδικασία της Διαμεσολάβησης ;

    1. Τα μέρη επιλέγουν τον διαμεσολαβητή, που πρέπει να ανήκει στο σχετικό μητρώο του
    Υπουργείου Δικαιοσύνης.
    2. Τα μέρη και ο διαμεσολαβητής υπογράφουν το συμφωνητικό για υπαγωγή διαφοράς
    σε διαμεσολάβηση και πληρώνουν την αμοιβή στον διαμεσολαβητή (μπορεί να γίνουν
    και στη συνάντηση 3a).
     3. Η διαδικασία διαμορφώνεται ελεύθερα (χρόνος, τόπος, χρόνος) αλλά συνήθως
    απαρτίζεται από τις εξής 3 φάσεις:
    a. Εναρκτήρια συνάντηση με όλα τα μέρη παρόντα
    b. Συναντήσεις χωριστά με κάθε μέρος
    c. Τελική συνάντηση – υπογραφή πρακτικού συμφωνίας ή πρακτικού αποτυχίας.
    4. Ενδεχομένως, υποβολή του πρακτικού συμφωνίας στο οικείο Πρωτοδικείο, (εάν
    ζητηθεί από ένα μέρος ή εάν απαιτείται για λόγους εκτελεστότητας).

     

    Ποια είναι τα οφέλη της Διαμεσολάβησης ;

    1. Μείωση κόστους. Συγκεκριμένα αποφεύγονται τα εξής έξοδα που ισχύουν σε μια δικαστική διαδικασία:
    α. Κόστος επιδόσεων (περ. 50€ επί αριθμό διαδίκων για κάθε βαθμό εκδίκασης)
    β. Κόστος παραβόλων για διάφορα στάδια της δικαστικής διαδικασίας (π.χ. αναβολές,
    εφέσεις, κ.α.)
    γ. Δικαστικό ένσημο στις διεκδικητικές αγωγές ( περίπου 5 ‰ ή 10 ‰ επί της αξίας του
    αντικειμένου της αγωγής)
    δ. Τέλος απογράφου σε αναγκαστική εκτέλεση (2%-3% επί της αξίας του αντικειμένου)
    ε. Τόκοι υπερημερίας
    2. Επίλυση διαφοράς πολύ σύντομα (ακόμα και σε μια ημέρα), και με απλό τρόπο (προφορικά  σε μεγάλο βαθμό, δηλαδή χωρίς υποχρεωτική προσκόμιση γραπτών στοιχείων), σε αντίθεση με την δικαστική διαδικασία που και πολύπλοκη είναι και μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια.
    3. Εμπιστευτικότητα. Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση των όσων λεχθούν ή προσκομιστούν
    στην διαμεσολάβηση , σε δικαστική ή άλλη διαδικασία. Οτιδήποτε γραπτό στοιχείο
    καταστρέφεται μετά το πέρας της Διαμεσολάβησης, είτε υπάρξει συμφωνία είτε όχι. Στη
    διαμεσολάβηση παρίστανται μόνο τα εμπλεκόμενα μέρη με τους δικηγόρους τους και κανείς άλλος. Υπάρχει, λοιπόν, εμπιστευτικότητα προσώπων και στοιχείων, κάτι που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με μια δικαστική διαδικασία, κατά την οποία τα εμπλεκόμενα μέρη είναι τελείως εκτεθειμένα αφού η υπόθεση τους εκδικάζεται ενώπιον του ακροατηρίου της δικαστικής αίθουσας.
    4. Συνυπολογισμός όλων των διαστάσεων μιας διαφοράς (οικονομικών, νομικών, κοινωνικών, συναισθηματικών, κ.α.). Ολες αυτές οι διαστάσεις που αφορούν τα εμπλεκόμενα μέρη αναδεικνύονται από τον διαμεσολαβητή και λαμβάνονται υπόψη με – πιθανότατο – επακόλουθο την συμφωνία όλων των εμπλεκόμενων μερών, σε αντίθεση με την απόφαση
    ενός δικαστηρίου που εκδίδεται μόνο βάσει της Νομοθεσίας.
    5. Αποκλεισμός πιθανότητας κακής απόφασης, αφού τα εμπλεκόμενα μέρη συναινούν στη
    συμφωνία, δηλαδή έχουμε μια κατάσταση ‘win-win’, σε αντίθεση με τα δικαστήρια όπου
    πάντα ένα μέρος ‘χάνει’.
  • 6. Δυνατότητα / ευκαιρία για μετατροπή της διαφοράς σε αμοιβαίως επωφελή σχέση μεταξύ των μερών (π.χ. μετατροπή εμπορικής διαφοράς σε διευρυμένη συνεργασία). Η εμπειρία του διαμεσολαβητή μπορεί να συμβάλλει όχι μόνο στην επίλυση της διαφοράς αλλά στην ανάπτυξη μιας νέας θετικής σχέσης μεταξύ των μερών, σε αντίθεση με το τι συμβαίνει κατόπιν μιας δικαστικής απόφασης που συνήθως βαθαίνει το ρήγμα στη σχέση των διαδίκων.

    Ηλίας Γ. Κουρεμένος.

    Οικονομολόγος,
    Διαπιστευμένος διαμεσολαβητής
    Email:ekouremenos@yahoo.com