Ασφαλής συναισθηματική προσκόλληση

Καθοριστική από τις πρώτες μέρες ζωής

Ασφαλής συναισθηματική προσκόληση

Γράφει η Ιωάννα Π. Θεοδωρακοπούλου

Συμβουλευτικός Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Πολλές δυσκολίες των ανθρώπων θα περιορίζονταν αν οι συναισθηματικές ανάγκες των μωρών και των μικρών παιδιών γίνονταν καλύτερα κατανοητές από την κοινωνία. Κι αυτό έχει περισσότερο σχέση με την συναισθηματική προσκόλληση και τον αντίκτυπο της απομάκρυνσης του μωρού από τους γονείς του. Η επιβίωση όλων των ζώων που θήλαζαν ως μωρά εξαρτάται από τον τρόπο της φύσης να κρατάει την μητέρα και το μωρό μαζί, τόσο για σίτιση όσο και για προστασία. Μερικά ζώα, μπορούν να ακολουθήσουν την μητέρα τους από την γέννησή τους όμως «ανώτερα» ζώα όπως οι χιμπατζήδες και οι άνθρωποι, είναι αρκετά ανώριμα όταν γεννιούνται για να μπορούν να ακολουθήσουν την μητέρα τους με αυτό τον τρόπο και αντίθετα  συνήθως τα κουβαλάει η μαμά τους.

Για να συμβεί αυτό, η φύση έχει δημιουργήσει την διαδικασία της συναισθηματικής προσκόλλησης, έτσι ώστε η μητέρα να αναπτύσσει δεσμό με το μωρό της, κάνοντάς την να θέλει να μείνει κοντά του και να ανταποκριθεί στο κλάμα ή σε άλλες αντιδράσεις του. Ο ασφαλής δεσμός βάζει γερά θεμέλια με την επαφή της μαμάς με το μωρό από τις πρώτες ώρες και ημέρες μετά τον τοκετό και, με τον θηλασμό. Αν τους χωρίσουν αυτή την στιγμή, η δημιουργία του δεσμού θα καθυστερήσει και σε πολλά ζώα και μερικές φορές στον άνθρωπο, αυτό μπορεί να κάνει την μητέρα να απορρίπτει το μωρό της. Η φύση θέλει τις μαμάδες και τα μωρά να μένουν κοντά ο ένας στον άλλο και σε σωματική επαφή για τον περισσότερο καιρό, ιδίως για τον πρώτο χρόνο ζωής, ενώ η μητέρα κάνει τις δραστηριότητές της.

Ο θηλασμός είναι ένας τρόπος της φύσης να λειτουργεί με συμπεριφορές προσκόλλησης ώστε να αναπτυχθεί μια στενή, θερμή και ευχάριστη σχέση μητέρα – μωρού. Στους ανθρώπους, καλώς ή κακώς, αυτές είναι οι πρώτες ημέρες σε μια σχέση όπου κατά κάποιο τρόπο, θα είναι σχέσης ζωής. Τα μωρά έχουν ανάγκη την μητέρα τους και άλλους φροντιστές να είναι ευαισθητοποιημένοι και να ανταποκρίνονται στις αντιδράσεις τους. Μέσα από αυτή την σχέση, αναπτύσσεται ο συγχρονισμός μητέρας-μωρού, όπου οι αντιδράσεις της μητέρας και του μωρού μοιάζουν με έναν καλά συντονισμένο χορό, κάτι που δημιουργεί την βάση για μετέπειτα επικοινωνία και ανάπτυξη γλώσσας.

Γνωρίζουμε ότι ιδέες όπως ότι η φροντίδα θα κακομάθει το μωρό, είναι απόλυτα λάθος. Αντίθετα, όταν η μητέρα αποκρίνεται βάζει τις σωστές βάσεις για το καλό του μωρού τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον.  Καθώς το μωρό μεγαλώνει, αναπτύσσει δυνατό δέσιμο με την μητέρα και καλώς εχόντων των πραγμάτων και με τον πατέρα και άλλους σημαντικούς, άρα έχει μια ασφαλή βάση να ανακαλύψει τον κόσμο. Υπό φυσικές συνθήκες, τα μωρά που χωρίζονται από την μητέρα τους παρουσιάζουν μεγάλο κίνδυνο και με τον καιρό. Είναι η βάση του άγχους αποχωρισμού που εμφανίζουν τα φυσιολογικά μωρά, αν δεν μπορούν να επανενωθούν με την μητέρα τους ή με κάποιον άλλον που τους παρέχει μια ασφαλή βάση. Τα μωρά μπορεί να αναπτύξουν δεσμούς με άλλα μέλη της οικογένειας ή φροντιστές, που μπορεί να πάρουν τη θέση της μητέρας για κάποιο χρονικό διάστημα. Αλλά αν η μητέρα επιστρέψει σύντομα, μερικά μωρά μπορεί να στρεσαριστούν αρκετά, και να το δείξουν με κλάμα και με μια αύξηση των συμπεριφορών που θα φέρουν την μητέρα και το μωρό και πάλι στο μαζί. Αν η απομάκρυνση διαρκέσει για μερικές ημέρες, η πρώτη φάση κλάματος και επανάστασης μπορεί να αντικατασταθεί από διάθεση σιωπηρής δυστυχίας ή απόγνωσης. Στα πρώτα δύο χρόνια ζωής δεν έχει καμία αίσθηση του χρόνου και εφόσον δεν μπορεί να καταλάβει τις εξηγήσεις που του δίνουν, το μωρό μοιάζει να λαχταράει την επιστροφή της μητέρας, με ένα είδος θλίψης ή αντίδρασης πένθους.

Είναι επώδυνο για το μωρό να βιώνει τόσο πόνο, θυμό και ακόμα και καταθλιπτικά συναισθήματα και εν τέλει το μωρό μπορεί να περάσει σε μια κατάσταση που ονομάζουμε αποσύνδεση. Εκδηλώνει αδιαφορία σαν να έχει δεχτεί την κατάσταση και μπορεί να φαίνεται χαρούμενο. Μπορεί να φαίνεται φιλικό προς οποιονδήποτε εκτός της μητέρας του αν ξαναεμφανιστεί. Σε αυτή την φάση τα παιδιά συχνά απομακρύνονται από την μητέρα τους ή μοιάζει σαν να μην την αναγνωρίζουν. Κι αυτό γιατί δεν αντέχουν να ξαναβιώσουν συναισθήματα πόνου και λαχτάρας. Αυτές οι αντιδράσεις είναι πιο πιθανές όταν το παιδί είναι μακριά από το σπίτι και σε ξένο περιβάλλον. Μπορεί να είναι λιγότερο έντονες ή και ανύπαρκτες αν το παιδί έχει καλό υποκατάστατο μητρικής φροντίδας, κυρίως από κάποιο συγγενή, κατά την περίοδο αποχωρισμού.

Αν ο διαχωρισμός είναι αναπόφευκτος, καλό είναι η μητέρα και το παιδί να συναντιόνται όποτε είναι δυνατόν, ακόμα κι αν αυτό μοιάζει να αναστατώνει το παιδί την στιγμή εκείνη. Είναι πιο υγιές να δούμε αυτό το κλάμα και την αναστάτωση παρά να συσσωρεύεται μέσα του. Κι αυτό ισχύει περισσότερο όταν η μητέρα κάποιου παιδιού πηγαίνει στο νοσοκομείο για να φέρει ένα νέο μωρό. Επίσης αν το μικρό παιδί πάει στο νοσοκομείο και σε αυτές τις περιπτώσεις είναι συχνά επιθυμητό για την μητέρα ή και κάποιον συγγενή να περνάει χρόνο να βοηθάει στην φροντίδα του παιδιού στο νοσοκομείο, αν το επιτρέπουν οι ιατρικές και οικογενειακές συνθήκες.

Αν αυτός ο διαχωρισμός στα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας δεν γίνει σωστά, τα ευαίσθητα παιδιά μπορεί να διαταραχτούν συναισθηματικά για αρκετό καιρό μετέπειτα. Θεωρείται ότι τα παιδιά μεταξύ 6 μηνών και 4 ετών είναι πιο ευάλωτα. Στην επανασύνδεση με την μητέρα μετά τον διαχωρισμό θα βοηθήσει αν η μητέρα μπορεί να αναγνωρίσει τι αισθάνεται το παιδί της. Είναι απαραίτητο να κατανοήσει και να δεχτεί τον πόνο, τον θυμό και την στεναχώρια του  που μπορεί να εκδηλωθεί, ίσως με μωρουδίστικη συμπεριφορά, καθώς το παιδί προσπαθεί να καθαρίσει τον δρόμο για να αναπτύξει και πάλι μια σχέση εμπιστοσύνης, αγάπης και συνεργασίας με τους γονείς του. Αυτή είναι μία από τις διαδικασίες φυσικής επούλωσης που πρέπει να την αντιμετωπίσουν με μεγάλο σεβασμό και αποδοχή, κι όχι με τιμωρία.

Στην παιδική ηλικία, μαθαίνουμε να αγαπάμε μέσα από την σχέση μας με τους γονείς μας. Μέσα από τους γονείς και τους κηδεμόνες μας πρώτη φορά αναπτύσσουμε επιλεκτικούς δεσμούς (κατανοούμε την μοναδικότητα κάποιων σχέσεων). Αναπτύσσουμε δεσμούς διαρκείας. Οι ασφαλείς δεσμοί (σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης)  στην αρχή της ζωής μας είναι μια αναγκαία διαδικασία για μια καλή κοινωνική ζωή. Ο τρόπος με τον οποίο μας φέρονταν οι γονείς μας όταν ήμασταν μικροί, θέτουν τις βάσεις για τον τρόπο που θα αντιμετωπίζουμε όλες τις σχέσεις μας στο μέλλον, συμπεριλαμβανομένων των ερωτικών αλλά και των πλατωνικών. Κι αυτό έχει σχέση με ένα σημαντικό χαρακτηριστικό που επηρεάζει τις σχέσεις, και λέγεται συγχρονισμός. Αφορά στην ικανότητα να συντονίζει πράξεις και να συνεργάζονται για έναν κοινό στόχο. Τα θηλαστικά έχουν την ικανότητα να εξασκούνται και αναπτύσσουν τον συγχρονισμό νωρίς στη ζωή τους μέσω της σχέσης, της συναναστροφής και της επαφής με τους γονείς τους. Η ανάπτυξη των υγιών δεσμών συγχρονισμού είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της υγιούς κοινωνικής ζωής. Επίσης ο κάθε ανθρώπινος δεσμός συγχρονισμού είναι μοναδικός. Για παράδειγμα, κάθε δυαδική σχέση γονέα-παιδιού αναπτύσσει τις δικές του διαδράσεις στο παιχνίδι. Ομοίως και οι σύζυγοι μπορεί να είναι ευαίσθητοι στα ειδικά βιοκοινωνικά σημάδια του συντρόφου τους στο πέρασμα του χρόνου(ο τρόπος που τρίβει την μύτη όταν είναι θυμωμένος, ο τρόπος που αναπνέει όταν είναι στρεσαρισμένος, κλπ-.). Στους ανθρώπους, ο συγχρονισμός εξαρτάται σημαντικά από τον δεσμό, εξαιτίας της προσωπικής φύσης των δεσμών συγχρονισμού μας, κάτι που εδραιώνεται για πρώτη φορά με τους γονείς πολύ νωρίς στη ζωή.

Η ορμόνη οξυτοκίνη, παίζει σημαντικό ρόλο στην δημιουργία δεσμού. Σχετίζεται με τα επίπεδα ντοπαμίνης και την κατάσταση του ανοσοποιητικού. Υψηλότερα επίπεδα οξυτοκίνης σημαίνει καλύτερη διάθεση και υγεία. Επιπλέον έχει σοβαρό περιγενετικό αντίκτυπο. Οι πρώτες κοινωνικές εμπειρίες (κυρίως η επαφή γονέα-μωρού) διαμορφώνουν τα επίπεδα αυτής της ορμόνης αργότερα και έτσι την ικανότητα να δημιουργεί δεσμό με τους άλλους. Τα «φυσιολογικά» επίπεδα οξυτοκίνης μπορεί να ποικίλλουν αρκετά από άτομο σε άτομο αλλά για το κάθε άτομο υπάρχει κάποιο σταθερό νούμερο. Το ακριβές «κανονικό» για το κάθε άτομο είναι εν μέρει γενετικό δεδομένο, αλλά επηρεάζεται και ορίζεται πολύ νωρίς στη ζωή. Η απελευθέρωση οξυτοκίνης μπορεί να ενεργοποιηθεί με την επαφή, γι αυτό και την λέμε και ορμόνη της αγάπης.

Είναι λοιπόν ξεκάθαρο πόσο κρίσιμος είναι ο ρόλος της στην σχέση και τον δεσμό μεταξύ γονέα-παιδιού αλλά θα ήθελα να γνωρίζουμε και ποιες συμπεριφορές των γονέων συγκεκριμένα επηρεάζουν την παρουσία αυτής της ορμόνης στα μωρά . Ο πιο καθοριστικός παράγοντας είναι η συμπεριφορά της μητέρας τις πρώτες ημέρες και μήνες μετά την γέννηση του μωρού. Ο τρόπος που μιλάει στο παιδί έχουμε δει ερευνητικά ότι επιδρά θετικά στα επίπεδα της οξυτοκίνης στο μωρό (μωρουδίστικη γλώσσα και πράος τόνος φωνής). Η τετ-α-τετ επαφή, επίσης σημαντική καθώς η οικεία επαφή με το πρόσωπο συγχρονίζει τα ορμονικά επίπεδα της μητέρας και του μωρού σε ρυθμικό χορό. Ο θηλασμός μεταφέρει οξυτοκίνη στο μωρό και απελευθερώνει οξυτοκίνη στην μητέρα, χαλαρώνοντάς τους μαζί και έτσι δυναμώνουν τον δεσμό τους. Επίσης το σωματικό παιχνίδι αυξάνει την οξυτοκίνη στους γονείς.   Το ένθερμο και με στοργή άγγιγμα ακόμα και χωρίς θηλασμό, η επαφή δέρμα-δέρμα είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματική στην αύξηση της έκκρισης οξυτοκίνης. Πιθανώς να έχετε ακούσει ότι τα χάδια με τον ερωτικό σας σύντροφο απελευθερώνουν οξυτοκίνη και σας κάνει να νοιώθετε πιο κοντά ο ένας στον άλλον. Ακριβώς αυτό ισχύει και για τις μητέρες και τα μωρά τους. Η αγκαλιά, ο θηλασμός και το κράτημα συμβάλλουν σε θετική ανάπτυξη των επιπέδων οξυτοκίνης στο μωρό, και κάνει την μητέρα να νιώθει καλά με τον εαυτό της!

Ως άνθρωποι, οι σχέσεις μας με τους άλλους είναι καθοριστικές για την επιβίωσή μας και την εξέλιξή μας. Το να μπορούμε να συνεργαζόμαστε και να καταλαβαίνουμε τους άλλους είναι το κλειδί για την επιτυχή κάθε σχέσης, οικογένειας, συστήματος. Το πλέον καθοριστικό, οι γονεικές συμπεριφορές των οποίων δέκτες είναι τα μωρά, οι οποίες επηρεάζουν εκτενώς την ικανότητα του παιδιού να απολαύσει τις υγιείς μελλοντικές σχέσεις, και ως ενήλικες και συνεργάτες.